Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας αποτελεί το πρώτο σε συχνότητα αίτιο μη αναστρέψιμης απώλειας της κεντρικής όρασης σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς, αποτελεί τη σοβαρότερη παθολογική εκδήλωση που επιφέρει η γήρανση στο μελάγχρουν επιθήλιο, τη μεμβράνη του Bruch και τα χοριοτριχοειδή, ιδιαίτερα γιατί εκδηλώνεται στην περιοχή της ωχράς. Οι αλλοιώσεις μπορεί να συνοδεύονται ή όχι από νεοαγγειώσεις. Η πάθηση εκδηλώνεται με δύο μορφές: την ξηρά (ή ατροφική) και την υγρή (ή εξιδρωματική).


Η ξηρά ή ατροφική μορφή αποτελεί το 90% περίπου του συνόλου των περιπτώσεων ηλικιακής εκφύλισης, με συνηθέστερα συμπτώματα τη βαθμιαία μείωση της οπτικής οξύτητας του ασθενή, δυσχρωματοψία μέχρι αχρωματοψία και κεντρικό σκότωμα. Οφθαλμοσκοπικά, η πάθηση χαρακτηρίζεται από παρουσία συρρεόντων drusen, διαταραχές και ατροφία του μελάγχρου επιθηλίου (παρατηρείται και μετακίνηση χρωστικής, ενώ είναι δυνατό να συμβεί και τοπική αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου), ατροφία των χοριοτριχοειδών και μορφή τυπικής γεωγραφικής ατροφίας στον οπίσθιο πόλο. Τα drusen οφείλονται στην εναπόθεση πάνω στη μεμβράνη του Bruch, παθολογικού υλικού, το οποίο προέρχεται από το μελάγχρουν επιθήλιο. Τα σκληρά drusen οφθαλμοσκοπικά φαίνονται σα μικρές λευκοκίτρινες κηλίδες με σαφή όρια, διάσπαρτες στην περιοχή του κεντρικού βοθρίου και της ωχράς . Φλουροαγγειογραφικά, καταγράφονται σαν κηλίδες υπερφθορισμού από διαφάνεια(window defects) λόγω του ότι πάνω από αυτά το μελάγχρου επιθήλιο παρουσιάζει ατροφία. Τα μαλακά drusen είναι μεγαλύτερα από τα σκληρά και φαίνονται οφθαλμοσκοπικά σαν λευκοκίτρινες αλλοιώσεις με ασαφή όρια, ενώ φλουροαγγειογραφικά καταγράφονται σαν μικρές εστίες υπερφθορισμού.

Με την πάροδο του χρόνου, τα μαλακά drusen έχουν την τάση να συρρέουν και να συνενώνονται μεταξύ τους, δημιουργώντας μεγαλύτερες αποκολλήσεις του μελάγχρου επιθηλίου στην περιοχή της ωχράς. Συγκριτικά με την εξιδρωματική, η ξηρά μορφή της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς έχει πολύ καλύτερη πρόγνωση γιατί εξελίσσεται κατά κανόνα πολύ βραδέως χωρίς να προκαλεί πολύ μεγάλη ελάττωση της κεντρικής όρασης.

Θεραπευτική αντιμετώπιση δεν υπάρχει. Η εφαρμογή αγωγής με ακτίνες Laser για την αντιμετώπιση των συρρεόντων μαλακών drusen, οδηγεί κατά κανόνα στην εξαφάνιση των drusen αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο μετάπτωσης στην εξιδρωματική μορφή της πάθησης. Κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται ειδικά βοηθήματα χαμηλής όρασης.


Η υγρή ή εξιδρωματική εκφύλιση της ωχράς χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη χοριοειδικής νεοαγγείωσης. Οποιαδήποτε διαταραχή της μεμβράνης του Bruch (πχ τα drusen) μπορεί να προδιαθέσει σε ανάπτυξη νεοαγγείωσης που προέρχεται από τα χοριοτριχοειδή. Τα νεοαγγεία προχωρούν διαμέσου της μεμβράνης του Bruch προς τον αισθητηριακό αμφιβληστροειδή και συμπαρασύρουν ινογλοιακά και ινοαγγειακά ιστικά στοιχεία, με αποτέλεσμα την καταστροφή της φυσιολογικής δομής των φωτοϋποδοχέων και του υπόλοιπου αμφιβληστροειδή στην περιοχή της ωχράς. Οι ασθενείς παραπονιούνται για αιφνίδια ελάττωση της οπτικής οξύτητας που συνοδεύεται από μεταμορφοψία και στη συνέχεια κεντρικό σκότωμα. Οφθαλμοσκοπικά, στις περιπτώσεις η χοριοειδική νεοαγγείωση δεν είναι ορατή. Η οφθαλμοσκοπική εικόνα της υγρής μορφής χαρακτηρίζεται από εξιδρωματικές αλλοιώσεις που αναπτύσσονται στην ωχρά λόγω του σαθρού τοιχώματος που παρουσιάζουν τα χοριοειδικά νεοαγγεία.

Στην περιοχή της ωχράς παρατηρούνται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα ευρήματα: ορώδης υπέγερση του νευροεπιθηλίου, υποαμφιβληστροειδικές αιμορραγίες, σκληρά εξιδρώματα και αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου.

Η φλουροαγγειογραφία είναι σημαντική για την καταγραφή της χοριοειδικής νεοαγγείωσης η οποία διακρίνεται σε κλασική και κρύφια (occult). Η κλασική χοριοειδική νεοαγγείωση καταγράφεται ως υποαμφιβληστροειδική εστία υπερφθορισμού από διαρροή της χρωστικής και παρουσιάζει σαφή όρια στις πρώιμες και τις μέσες φάσης της εξέτασης. Τα παθολογοανατομικά όρια της νεοαγγείωσης συμπίπτουν απόλυτα με τα όρια του υπερφθορισμού στη φλουροαγγειογραφία. Η κρύφια χοριοειδική νεοαγγείωση δεν απεικονίζεται ευκρινώς στη φλουροαγγειογραφία. Τα όρια της εστίας υπερφθορισμού που καταγράφονται φλουροαγγειογραφικά, είναι ασαφή και δεν συμπίπτουν με τα παθολογοανατομικά όρια της νεοαγγείωσης. Στις περιπτώσεις αυτές μεγάλη αξία έχει η αγγειογραφία με πράσινη ινδοκυανίνη, όπου σε αρκετούς ασθενείς καταγράφει με μεγάλη σαφήνεια τα όρια της χοριοειδικής νεοαγγείωσης, ακόμη και όταν αποκρύπτονται από υφιστάμενες αιμορραγίες.

Η χοριοειδική νεοαγγείωση διακρίνεται σε εξωβοθρική (extrafoveal), παραβοθρική (juxtrafoveal) και υποβοθρική (subfoveal) με βάση την εντόπισή της σε σχέση με την ανάγγεια ζώνη του κεντρικού βοθρίου. Η εξωβοθρική, εντοπίζεται εκτός των ορίων της ανάγγειας ζώνης του κεντρικού βοθρίου. Η υποβοθρική, όχι μόνο βρίσκεται μέσα στην ανάγγεια ζώνη, αλλά έχει καταλάβει και το βοθρίο (foveola). Η παραβοθρική εντοπίζεται και μέσα στην ανάγγεια ζώνη αλλά δεν έχει καταλάβει το βοθρίο. Η εξέλιξη της υγρής μορφής της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς σε σχέση με την ξηρά μορφή, είναι πολύ πιο απότομη, ταχεία και με τελικό αποτέλεσμα στην όραση πολύ πιο δυσμενές. Στα τελικά στάδια της νόσου ο πάσχων οφθαλμός έχει μόνο περιφερική όραση που επιτρέπει στον ασθενή να αυτοεξυπηρετείται στοιχειωδώς, αλλά του απαγορεύει να επιτελεί οτιδήποτε απαιτεί καλή κεντρική όραση. Η πάθηση είναι αμφοτερόπλευρη με ανισόχρονη όμως εξέλιξη.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση στην υγρή μορφή της εκφύλισης της ωχράς στοχεύει στην καταστροφή ή τον περιορισμό της νεοαγγειακής μεμβράνης. Με βάση τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα εφαρμόζονται κάποιες μέθοδοι με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα στην καθημερινή κλινική πράξη. Η κοινή φωτοπηξία Laser, που εφαρμόζεται πάνω στη χοριοειδική νεοαγγείωση, ακολουθείται σε περιπτώσεις εξωβοθρικής ή παραβοθρικής νεοαγγείωσης, γιατί μαζί με τη νεοαγγείωση καταστρέφονται και οι παρακείμενοι υγιείς ιστοί. Τα κύρια μειονεκτήματα της αγωγής είναι η δημιουργία ενοχλητικού παράκεντρου σκοτώματος και πιθανότατα υποτροπής της χοριοειδικής νεοαγγείωσης που υπερβαίνει το 50% εντός της πρώτης τριετίας από την εφαρμογή της.



Η φωτοδυναμική θεραπεία επιτελείται σε δύο χρόνους. Κατά τον πρώτο, μια φωτοευαίσθητη ουσία(verteporfin) ενίεται ενδοφλεβίως (σε δόση που εξαρτάται από το ύψος και το βάρος του ασθενούς) και προσλαμβάνεται εκλεκτικά από τα κύτταρα του τοιχώματος των χοριοειδικών νεοαγγείων. Στο δεύτερο χρόνο, μετά το πέρας της εγχύσεως πάνω στη νεοαγγειακή μεμβράνη στοχεύει diode laser, έντασης που δεν προκαλεί θερμικό έγκαυμα, αλλά ενεργοποιεί τη verteporfin. Η ενεργοποίησή της οδηγεί στην απελευθέρωση ελεύθερων ριζών οξυγόνου που προκαλούν συρρίκνωση της χοριοειδικής νεοαγγείωσης. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι η εκλεκτικότητά της, γι’ αυτό και ενδείκνυται στις υποβοθρικές χοριοειδικές νεοαγγειώσεις. Το κύριο όμως μειονέκτημά της είναι το υψηλό κόστος αλλά και η επαναληπτικότητα (ανά τρίμηνο για 2 ή 3έτη).

Η χειρουργική αφαίρεση της υπαμφιβληστροειδικής νεοαγγειακής μεμβράνης, όπως και η χειρουργική μετατόπιση της ωχράς είναι μέθοδοι με αμφισβητούμενα αποτελέσματα και πολλές επιπλοκές.
Η χορήγηση αντιαγγειογενετικών παραγόντων και φαρμάκων αποτελεί αντικείμενο ευρείας έρευνας. Μέχρι σήμερα αρκετοί ασθενείς που έχουν ακολουθήσει αυτή την αγωγή (ενέσεις Avastin, Lucentis) έχουν δει βελτίωση ή έχουν μείνει σταθεροί χωρίς επιδείνωση της κατάστασης. Σε αυτούς τους ασθενείς βοηθά η χρήση βοηθημάτων χαμηλής όρασης.

 

Μοιράσου το στα κοινωνικά δίκτυα

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?