Αίτιο της νόσου είναι ο ιός της ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου (Human Immunodeficiency Virus ή HIV) ή του AIDS που προκαλεί πλήρη έκπτωση κυτταρικής ανοσίας με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ευκαιριακών λοιμώξεων και νεοπλασμάτων. Οι οφθαλμικές εκδηλώσεις της νόσου είναι συχνές και εκδηλώνονται σε ποσοστό 75-85% των πασχόντων, ενώ στους φορείς της νόσου σπανίζουν. Στις οφθαλμικές εκδηλώσεις της πάθησης περιλαμβάνονται: η μη λοιμώδης αμφιβληστροειδοπάθεια από AIDS, οι ενδοφθάλμιες ευκαιριακές λοιμώξεις (αμφιβληστροειδοπάθεια από μεγαλοκυτταροιο CMV, τοξόπλασμα, pneumocystis carinii), η προσβολή του επιπεφυκότα, των βλεφάρων ή του κόγχου από νεοπλασίες (σάρκωμα Kaposi), νευροφθαλμικές διαταραχές (παρέσεις οφθαλμοκινητικών νεύρων, οίδημα οπτικών δίσκων από αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, οπτικές νευρίτιδες).

 

Η μη λοιμώδης αμφιβληστροειδοπάθεια από AIDS εκδηλώνεται σε ποσοστό 65% των πασχόντων και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση βαμβακόμορφων αλλοιώσεων (cotton-wool patchers) στην περιοχή του οπισθίου πόλου. Οι αλλοιώσεις αυτές έχουν λευκωπή χροιά, ασαφή όρια, μικρό μέγεθος και εντοπίζονται στη στιβάδα των οπτικών ινών. Οφείλονται σε νέκρωση νεύρινων στοιχείων του αμφιβληστροειδούς λόγω τοπικής ισχαιμίας. Σπανιότερα εμφανίζονται φλογοειδείς ή στικτές ενδοαμφιβληστροειδικές αιμορραγίες, αποφράξεις αρτηριακών ή φλεβικών αγγείων και διαταραχές του τριχοειδικού δικτύου του αμφιβληστροειδούς υπό τη μορφή μικροανευρισμάτων ή τελαγγειεκτασιών. Συνήθως η μη λοιμώδης αμφιβληστροειδοπάθεια δεν προκαλεί υποκειμενικά ενοχλήματα και η οπτική οξύτητα διατηρείται σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Η αμφιβληστροειδοπάθεια από CMV είναι συχνή και εκδηλώνεται σε ποσοστό 20-40% των πασχόντων. Εμφανίζεται στα τελευταία στάδια της επίκτητης ανοσοβιολογικής ανεπάρκειας και η εμφάνισή της αποτελεί βαρύτατο προγνωστικό παράγοντα για την όραση και τη ζωή του ασθενούς. Ο χρόνος επιβίωσης μετά την εμφάνιση της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV, δεν ξεπερνά τους 18 μήνες.

Σε κάποιες περιπτώσεις (30%) προσβάλλονται και τα δύο μάτια συγχρόνως, αλλά και στις περιπτώσεις που προσβάλλεται αρχικά το ένα μάτι, ταχύτατα ακολουθεί η προσβολή του άλλου, εφόσον οι ασθενείς παραμείνουν χωρίς θεραπεία.



Η οφθαλμοσκοπική εικόνα χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση νεκρωτικών εστιών κατά μήκος των αμφιβληστροειδικών αγγείων, με λευκωπή χροιά, στην περιφέρεια του αμφιβληστροειδούς και συνήθως συνοδεύονται από αιμορραγίες, περιχειρίδες γύρω από τα μεγάλα αμφιβληστροειδικά αγγεία και οίδημα του αμφιβληστροειδούς. Η πάθηση συνήθως εξελίσσεται παρουσιάζοντας αυτόματη υποχώρηση της φλεγμονής στην αρχική εστία και επέκτασή της σε γειτονικές περιοχές. Αντίστοιχα προς τις περιοχές υποχώρησης της φλεγμονής καταλείπεται χαρακτηριστική ατροφία του μελάγχρουν επιθηλίου με συσσώρευση μελαγχρωστικής κατά τόπους. Επιπλέον, σε προχωρημένα ή ακόμα και σε πρώιμα στάδια της πάθησης είναι δυνατό να εμφανιστεί δευτερογενής ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Οι ασθενείς παρουσιάζουν σκοτώματα στο οπτικό πεδίο και ελάττωση της οπτικής οξύτητας όταν οι βλάβες καταλάβουν τον οπίσθιο πόλο και την ωχρά κηλίδα.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV συνίσταται στην ενδοφλέβια ή ενδο-υαλοειδική χορήγηση ιοστατικών φαρμάκων αρχικά σε δόση εφόδου με σκοπό την ύφεση της πάθησης και στη συνέχεια χορηγείται μειωμένη δόση συντήρησης για την πρόληψη υποτροπής της νόσου.

Μοιράσου το στα κοινωνικά δίκτυα

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?